ἱμάς

ἱμάς
ἱμάς, , der Riemen von Leder; bes. die Riemen, mit denen die Pferde an den Wagen gespannt od. sonst angebunden wurden; der Riemen, in dem der Wagenkasten hängt; der Peitschenriemen; die Riemen, mit denen der Faustkämpfer seine Hände umwickelte; der Riemen, mit dem der Helm unter dem Halse befestigt war; der zauberreiche Gürtel der Aphrodite. In der Od. öfter der Riemen, mit dem man den Türriegel von innen vorzog; von Zügeln. Ἱμάντες sind in der Takelage des Schiffes die Riemen, welche die Raaen horizontal halten. Das Brunnenseil. Der Schuhriemen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἱμάς — ἱ̱μά̱ς , ἱμάς leathern strap masc nom sg ἱμάς leathern strap masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱμᾶντα — ἱμάς leathern strap masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱμάσι — ἱμάς leathern strap masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱμάσιν — ἱμάς leathern strap masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱμάντ' — ἱ̱μάντα , ἱμάς leathern strap masc acc sg ἱμάντα , ἱμάς leathern strap masc acc sg ἱ̱μάντι , ἱμάς leathern strap masc dat sg ἱμάντι , ἱμάς leathern strap masc dat sg ἱ̱μάντε , ἱμάς leathern strap masc nom/voc/acc dual ἱμάντε , ἱμάς leathern strap …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιμάντας — Όργανο σε σχήμα ατέρμονης ταινίας, το οποίο χρησιμοποιείται για να μεταδίδει την περιστροφική κίνηση από έναν άξονα σε έναν άλλο. Για τον σκοπό αυτό, o ι. αναπτύσσει τριβή πάνω σε τροχαλίες που συνδέονται σταθερά με τους άξονες. Η κινητήρια… …   Dictionary of Greek

  • Ancient Greek grammar — is morphologically complex and preserves several features of Proto Indo European morphology. Nouns, adjectives, pronouns, articles, numerals and especially verbs are all highly inflected. This article is an introduction to this morphological… …   Wikipedia

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • ιμαντίσκος — ἱμαντίσκος, ὁ (Α) μικρός ιμάς, λουράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱμάς, άντος + υποκορ. κατάλ. ίσκος (πρβλ να ΐσκος, ορμ ίσκος)] …   Dictionary of Greek

  • κεστός — Αρχαία ελληνική λέξη, που αρχικά σήμαινε κεντητός. Κ. ιμάς ονομαζόταν ένα είδος ζώνης που φορούσαν οι γυναίκες ακριβώς κάτω από το στήθος ή γύρω από αυτό, όπως αργότερα τον στηθόδεσμο. Με τον καιρό, το ουσιαστικό παραλείφθηκε και έμεινε το… …   Dictionary of Greek

  • ἱμάντα — ἱ̱μάντα , ἱμάς leathern strap masc acc sg ἱμάς leathern strap masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”